Ένα παράδειγμα έλλειψης σεβασμού (και διαφάνειας) στην Ελληνική νομοθετική διαδικασία

Chris Gioran bio photo By Chris Gioran

Θα ήθελα να ξεκινήσω λέγοντας ότι δεν είμαι δικηγόρος. Συνήθως μία τέτοια δήλωση αποτελεί προοίμιο μίας άποψης η οποία στερείται βαρύτητας - σε αυτή την περίπτωση όμως προτιμώ να το χρησιμοποιήσω ως τη βασική θέση για μία παρατήρηση σε ένα επίκαιρο θέμα : Αυτό της συζήτησης στη Βουλή των Ελλήνων για το νομοσχέδιο “Ενιαίος φόρος ιδιοκτησίας ακινήτων και άλλες διατάξεις”.

Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο είναι διαθέσιμο εδώ με την μορφή 7 pdf αρχείων. Σαν μέρος αυτού μπορεί κανείς να βρει σε αυτό το αρχείο, Άρθρο 46, παράγραφος 6 στις σελίδες 49-50 μία προτεινόμενη τροποποίηση στο Άρθρο 25 του 7ου κεφαλαίου του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.

Η τροποποίηση αυτή έχει συζητηθεί ελαφρώς στα διάφορα μέσα ενημέρωσης και έχει αντιμετωπιστεί γενικά ως μία ακόμη ενόχληση που έρχεται να προστεθεί ως παραπροϊόν και παράπλευρη απώλεια της τρέχουσας δημοσιονομικής κατάστασης της Ελλάδας. Πάρε, αναγνώστη, το χρόνο να διαβάσεις το κείμενο που υποδεικνύω παραπάνω και σχημάτισε τη δική σου κατανόηση. Μετά, αν ενδιαφέρεσαι ακόμη, διάβασε τη δική μου παρακάτω.

Το κείμενο ξεκινά αναφέροντας ότι οι εφοριακοί έλεγχοι μπορούν μεν να ξεκινούν μόνο μέσα στο ωράριο εργασίας της φορολογικής αρχής αλλά πλέον μπορεί να εκτείνεται και πέραν αυτού. Δεν υπάρχει αναφορά στο ποιο είναι το σημείο στο οποίο θεωρείται ότι ο φορολογικός έλεγχος ξεκινά αλλά υπάρχει η έκφραση “αυτονόητο” για το ότι επαφίεται στην κρίση του οργάνου το αν είναι απαραίτητο η συνέχεια του ελέγχου πέραν του ωραρίου. Η ασυνέπεια στον ορισμό του χρόνου εκκίνησης αλλά της απόδοσης ελευθερίας ορισμού του χρόνου τερματισμού του ελέγχου με τόσο ασαφή γλώσσα αποδίδει πρακτικά απεριόριστη εξουσία στον ελεγκτή για το πόσο μπορεί να μείνει στην κατοικία του φορολογούμενου.

Στην συνέχεια το κείμενο επιτρέπει την διενέργεια ελέγχων από την Αρχή χωρίς την ανάγκη εισαγγελικής εντολής εφ’όσον η κατοικία έχει δηλωθεί “ως χώρος άσκησης επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας”. Η γλώσσα που έχει χρησιμοποιηθεί εδώ αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο να εφαρμοστεί αυτή η διάταξη σε περιπτώσεις όπου ο χώρος δεν είναι πια δηλωμένος ως επαγγελματική έδρα αλλά υπήρξε στο παρελθόν. Ας πούμε, μέχρι και πέρυσι, το σπίτι μου ήτο δηλωμένο ως επαγγελματική έδρα. Βάσει του κειμένου, καλύπτει το κριτήριο να “έχει δηλωθεί ως χώρος επαγγελματικής δραστηριότητας”. Το σπίτι πλέον δεν κατοικείται καν από εμένα, αλλά η υπό συζήτηση διάταξη επιτρέπει τον άνευ εισαγγελικής εντολής έλεγχο. Αμέσως μετά, φυσικά, ορίζεται ότι ο έλεγχος αφορά μόνο τους χώρους όπου ασκείται η δραστηριότητα. Αξίζει να αναλογιστούμε εδώ ότι αναφερόμαστε στο σπίτι κάποιου ανθρώπου - πιθανόν μία οικογένεια ζει εκεί. Ακόμη και αν θεωρήσουμε την ιδανική περίπτωση όπου ο φορολογούμενος έχει ένα χώρο που είναι αφιερωμένος στην δραστηριότητά του (κάτι που δεν ισχύει συχνά στην πράξη) είναι πρακτικά βέβαιο ότι ο χώρος αυτός δεν θα είναι εκτός του σπιτιού και μάλλον όχι το πρώτο δωμάτιο που συναντά κάποιος όταν μπαίνει στο σπίτι. Επομένως οι 3 γραμμές αυτές επιτρέπουν σε κάποιον εφοριακό να εισβάλλει στην καθημερινή ζωή μιας οικογένειας χωρίς καν να έχει ενημερωθεί κάποιος εισαγγελέας. Και φυσικά, ο ελεγκτής δεν θα κινηθεί από την είσοδο προς τον χώρο προς έλεγχο και πίσω με κλειστά τα μάτια - θα έχει την ευκαιρία να παρατηρήσει οτιδήποτε συμβαίνει στο σπίτι, τονίζω, χωρίς καμία εισαγγελική αρχή να έχει εγκρίνει κάτι τέτοιο.

Παρακάτω αναφέρεται ότι ο ελεγκτής μπορεί να ζητήσει συνδρομή της Αστυνομικής Αρχής. Μπορεί. Όχι υποχρεούται. Άρα επιτρέπεται πλέον σε οποιονδήποτε να εμφανίζεται στην πόρτα πολιτών και να ισχυρίζεται ότι είναι εφοριακός και δικαιούται να διεξάγει έλεγχο στον χώρο, με την ευθύνη απόδειξης της αλήθειας του λόγου του να πέφτει στον ελεγχόμενο. Αλήθεια, που αναφέρεται το δικαίωμα του φορολογούμενου να αρνηθεί τον έλεγχο σε κάποιον που δεν εμφανίζεται με τα κατάλληλα διαπιστευτήρια? Εν προκειμένω, που αναφέρεται, με προσβάσιμο και σαφή τρόπο, ποια είναι τα κατάλληλα διαπιστευτήρια?

Τέλος, να σημειώσουμε την παράγραφο 7, όπου γίνεται σαφές ότι τα κριτήρια ελέγχου δεν είναι υποχρεωτικό να δημοσιευτούν. Με άλλα λόγια, οι ελεγχόμενοι δεν έχουν δικαίωμα να ξέρουν για ποιους λόγους μπορεί να ελεγχθούν ή, διαφορετικά, οι ελεγκτές δεν είναι υποχρεωμένοι να δικαιολογούν τις πράξεις τους.

Το νομοσχέδιο αυτό το βρίσκω προχειρογραμμένο. Θεωρώ ότι αποτελεί σπασμωδική κίνηση ενός νομοθέτη ή κάποιας νομοθετικής επιτροπής η οποία συνέταξε ένα κείμενο έχοντας ένα ασαφή στόχο, χωρίς να δώσει την παραμικρή σημασία στις άμεσες ή έμμεσες συνέπειες των πραγμάτων που γράφει και χωρίς κανένα ενδιαφέρον για την αξιοπρέπεια των πολιτών που επηρεάζει. Δεν μπορώ παρά να διακρίνω ανικανότητα από μεριάς του συγγραφέα να αντιληφθεί την κατάχρηση στην οποία μπορεί να υποπέσει αυτό το κείμενο όταν γίνει νόμος του κράτους. Θα παραμείνω προσωρινά προσκείμενος στην ρομαντική ιδέα ότι η ελληνική κοινωνία ενδιαφέρεται για τα δικαιώματα του ανθρώπου και το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα και θα πω ότι δεν είναι δυνατόν να είναι ένα τέτοιο κείμενο πραγματικά υπό συζήτηση. Δεν μπορεί η οικονομική κατάσταση της χώρας να κάνει κάθε ελεύθερο επαγγελματία υποψήφιο εγκληματία τέτοιας σοβαρότητας που να μην χαίρει προστασίας της ιδιωτικής του ζωής ή της προστασίας του δικαιώματός του να θεωρείται αθώος μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Αν μη τι άλλο, αυτές οι δύο παράγραφοι δίνουν λιγότερα δικαιώματα σε νομοταγείς πολίτες από ότι σε υπόπτους για πολύ χειρότερα εγκλήματα.

Κλείνοντας, θέλω να σημειώσω κάτι πράγματα για την διαδικασία του να βρω το υλικό που συζήτησα. Είμαι επαγγελματίας στον χώρο των υπολογιστών και κατά συνέπεια έχω κάποια άνεση στη χρήση του Internet. Εν τούτοις έπρεπε να μαντέψω που μπορώ να βρω το κείμενο του νομοσχεδίου. Το site της Βουλής δεν είναι ιδιαίτερα φιλικό σε αναζητήσεις. Αλλά ακόμη και όταν το βρήκα, έπρεπε να ψάξω γραμμή γραμμή σε ένα χάλια σαρωμένο αντίγραφο του τυπωμένου κειμένου, το οποίο φυσικά δεν είχε υποστεί επεξεργασία OCR και δεν ήταν δυνατό να δεχθεί αναζήτηση. Και δεν υπήρχε καν πίνακας περιεχομένων ή ευρετήριο. Τρομάζω να σκεφτώ πως θα έγραφα ή θα ενημερωνόμουν για τα παραπάνω αν δεν ήξερα από υπολογιστές.

Η παροχή πρόσβασης στις πληροφορίες που επηρεάζουν την ζωή τον πολιτών σε αυτή τη κοινωνία δεν είναι κάτι το οποίο αποτελεί αγγαρεία ούτε θα πρέπει να θεωρούμε ότι είναι επιπρόσθετο κόστος. Αντίθετα, χωρίς αυτό απομακρύνεται μία θεμέλια λίθος μίας ανοικτής δημοκρατικής κοινωνίας - η δυνατότητα συμμετοχής και ενημέρωσης κάθε πολίτη στα κοινά. Επομένως, ανυπομονώ να ακούσω την δικαιολογία για τόσο πρόχειρη δουλεία στην επεξεργασία και δημοσίευση του νομοσχεδίου.

Είναι νομίζω προφανές ότι τα παραπάνω δεν είναι παρά το προϊόν προσεκτικής ανάγνωσης του κειμένου του νομοσχεδίου και εφαρμογή κοινής λογικής επ’αυτού. Αν αυτό δεν είναι αρκετό, τότε θα ήθελα να καταλάβω, εκτός του που έκανα λάθος, γιατί πρέπει να χρειάζεται κάτι παραπάνω από αυτό για να καταλάβω, σαν απλός πολίτης, τι περιέχουν οι νόμοι που ψηφίζονται και επηρεάζουν τόσο εκ βαθέων τη ζωή μου.