Μερικά σχόλια επί της αναφοράς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής LIBE για τα προγράμματα παρακολούθησης της NSA

Chris Gioran bio photo By Chris Gioran

Την προηγούμενη εβδομάδα, στις 8 Ιανουαρίου, η Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών και Δικαιοσύνης (LIBE) της ΕΕ δημοσίευσε μία αναφορά επί των προγραμμάτων παρακολούθησης της NSA και διαφόρων κρατών-μελών της ΕΕ. Θα ήθελα να συζητήσω μέρος των περιεχομένων καθώς σχηματίζουν μία ενδιαφέρουσα εικόνα των διατλαντικών σχέσεων και της επίπτωσης που οι δημοσιογραφικές αποκαλύψεις είχαν επί αυτών.

Κατ’ αρχάς, παραθέτω κάποια γεγονότα που καλύπτονται στην αναφορά και τα οποία δεν γνώριζα εκ των προτέρων και δεν είναι ευρέως γνωστά από ότι καταλαβαίνω.

Υπάρχει μία διαδικασία ανταλλαγής δεδομένων μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ η οποία ονομάζεται Safe Harbour. Η ΕΕ έχει καταθέσει παράπονα κατά των πρακτικών των ΗΠΑ για την ασφάλεια και τη διασφάλιση της ιδιωτικότητας αυτών των δεδομένων, αρχικά το 2002 και ξανά το 2004. Οι ΗΠΑ έχουν αναγνωρίσει την εγκυρότητα αυτών των παρατηρήσεων αλλά δεν έχουν λάβει καμία ενέργεια επ’ αυτών όπως απαιτείται από τους κανόνες της συμφωνίας, (όπως αυτό αναφέρεται στην σελ. 11 §Ζ της αναφοράς).

Μεταφορές μέσω Safe Harbour υποτίθεται πως πρέπει αποκλειστικά να διευκολύνουν τις έρευνες επί προσώπων ύποπτα για εγκλήματα (σελ. 14 §AR). Συνολικά, αυτό σημαίνει ότι η ΕΕ συνεργάζεται με τις ΗΠΑ σε προγράμματα ανταλλαγής προσωπικών δεδομένων αλλά για πολύ συγκεκριμένους λόγους και με συγκεκριμένες απαιτήσεις ασφάλειας. Επιπλέον, η ΕΕ απαιτεί εκ μέρους των πολιτών της το δικαίωμα πρόσβασης αυτών σε κάθε συλλογή δεδομένων που τους αφορά, ανεξαρτήτως του τόπου συλλογής, κάτι το οποίο οι ΗΠΑ δεν έχουν σεβαστεί (σελ. 14 §AP).

Τα παραπάνω αναφέρονται στην αρχή του κειμένου, εκθέτοντας πρακτικά τα υπάρχοντα πλαίσια ανταλλαγής πληροφοριών και τα προηγούμενα προβλήματά τους. Η αναφορά συνεχίζει όμως, σχολιάζοντας την τρέχουσα κατάσταση χρησιμοποιώντας κυρίως τις δημοσιογραφικές αποκαλύψεις και συγκεκριμένα τον Edward Snowden (σελ. 7 §C) και τον Glenn Greenwald (σελ. 13 §AM). Μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία είναι:

  • Η πρόσβαση των ΗΠΑ στα τραπεζικά δεδομένα του δικτύου SWIFT, κάτι για το οποίο δεν έχει δωθεί καμία εξήγηση (σελ. 13 §AM, σελ. 23 §44)
  • Αναφέρεται συγκεκριμένα στην GCHQ (την υπηρεσία μυστικών πληροφοριών του Ηνωμένου Βασιλείου) και τα δικά της προγράμματα αδιάκριτης συλλογής προσωπικών δεδομένων και εικάζει την παρουσία παρόμοιων προγραμμάτων σε Γαλλία, Γερμανία και Σουηδία (σελ 16 §2)
  • Ονοματίζει ευθέως αδιάκριτα προγράμματα συλλογής πληροφοριών ως απειλή στη δημοκρατία, ως επίθεση στην ελευθερία του τύπου και στα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα και δηλώνει πως αποτελούν δυνατότητα επίθεσης σε πολιτικούς αντιπάλους. Επίσης καταδικάζει μυστικούς νόμους και δικαστήρια ως παράνομα (προφανώς εννοώντας τα δικαστήρια FISA) (σελ 17, §§6).

Συνεχίζει δε προτείνοντας σε χώρες-μέλη να σταματήσουν κάθε συμμετοχή τους σε προγράμματα παρόμοιας φύσης και να φροντίσουν να υπεραμυνθούν της κυριαρχίας τους. Επίσης, καλεί την ΕΕ να παύσει συμμετοχή στο Safe Harbour, αναμένοντας τα αποτελέσματα έρευνας για τις εγγυήσεις ασφάλειας που παρέχονται από τις ΗΠΑ (pp20, §§28), καθώς και διακοπή ανταλλαγής δεδομένων με τον Καναδά και τη Νέα Ζηλανδία (σελ. 22 §39), χώρες τις οποίες έχει ήδη κατονομάσει ως μέλη της συμφωνίας “Πέντε Μάτια” (Five Eyes) (σελ. 12 §AC). Υπάρχει ακόμη και πρόταση για την δημιουργία υπηρεσιών αποθήκευσης “σύννεφου” [1] προκειμένου να απομακρυνθεί η ανάγκη για χρήση παρόμοιων υπηρεσιών βασισμένων στις ΗΠΑ, όπου και δεν υπόκεινται σε Ευρωπαϊκούς κανονισμούς. (σελ. 24 §§53).

Στην σελίδα 26, παράγραφοι 74-76, υπάρχει μία συζήτηση για την αποστομωτική επιρροή του κράτους επί των δημοσιογράφων, με άμεση αναφορά στην κράτηση του David Miranda από την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, την οποία χαρακτηρίζει ως άμεση παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων - χρησιμοποιεί τον ίδιο ακριβώς χαρακτηρισμό και για την καταστροφή του ψηφιακού αρχείου της εφημερίδας The Guardian

Καταλήγει τονίζοντας την αποσαθρωτική δράση που έχει η ιστορία αυτή στην εμπιστοσύνη τόσο μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ (σελ. 30, § 96) όσο και μέσα στην ΕΕ, δεδομένης της συμμετοχής κρατών-μελών σε προγράμματα αδιάκριτης συλλογής πληροφοριών (σελ. 31 §107). Επίσης τονίζει πως “κάποιες” χώρες-μέλη έχουν επιδιώξει διμερείς συμφωνίες, οι οποίες είναι σε αντίθεση με της απαιτήσεις των μελών της ΕΕ να φροντίζουν τα συμφέροντα αυτής (σελ. 32 §108).

Συστήνω την ανάγνωση ολόκληρου του κειμένου. Αν και η γλώσσα είναι λίγο “στεγνή”, οι ιδέες που εκτίθενται είναι αρκετά ενδιαφέρουσες.

Είναι σημαντικό να παρατηρήσει κανείς πόσες φορές αναφέρεται ότι η όλη έρευνα της επιτροπής κινητοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό από της αποκαλύψεις Snowden και την δημοσιογραφική δουλεία του Glenn Greenwald και άλλων δημοσιογράφων. Είναι ενθαρρυντικό να βλέπουμε αποδείξεις ότι οι προσωπική θυσία του E. Snowden δεν ήταν μάταιη και έχουν κινηθεί διαδικασίες για να διορθωθεί η κατάσταση μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ. Φυσικά, η αναφορά αυτή δεν αποτελεί παρά ένα σύνολο παρατηρήσεων, προτάσεων και διπλωματικής γλώσσας - αλλά αυτό είναι αρκετό για να ομολογηθεί μία ένταση στις διμερείς σχέσεις μεταξύ των όχθεων του Ατλαντικού.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι η συγκεκριμένη αναφορά δεν έχει καλυφθεί από τα ελληνικά ΜΜΕ. Υπάρχουν εντολές προς πραγματοποίηση, οι οποίες θα θέσουν τις χώρες μέλη σε κατάσταση να αμυνθούν των ηλεκτρονικών υποδομών τους και κυρίως να προστατεύσουν τα προσωπικά δεδομένα των πολιτών τους. Εκπλήσσομαι από το γεγονός ότι δεν έχει ληφθεί καμία πολιτική απόφαση ούτε και κανένα πολιτικό σώμα με συμφέροντα που συμπίπτουν με τις προτάσεις της αναφοράς αυτής δεν έχει κινητοποιηθεί, όπως για παράδειγμα η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Σκοπεύω να θέσω ερωτήσεις σε αρκετά ενδιαφερόμενα μέλη και θα γράψω μία αναφορά επί των απαντήσεων.

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Ryan J. Gallaher για το άρθρο του για αυτή την αναφορά, η οποία με ενέπνευσε να γράψω αυτό το κείμενο προς ενημέρωση του ελληνικού κοινού.

[1] Υπηρεσίες “σύννεφου”: Υπολογιστικά συστήματα που αποτελούνται από πολλούς υπολογιστές υπό τον έλεγχο μίας εταιρείας η οποία τα προσφέρει προς ενοικίαση για χρήση μέσω δικτύου - χωρίς να υπάρχει δηλαδή φυσική επαφή μεταξύ υλικού και χρήστη. Τα τελευταία χρόνια έχουν υποκαταστήσει την υποδομή μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων ως μία οικονομική εναλλακτική στην ιδιοκτησία πραγματικών μηχανών.